Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Περί φωτισμού


Η έννοια φωτισμός  είναι ακόμη γνωστή στο ευρύτερο κοινό, ως μια διαδικασία της δυνατότητας του οράν.
Είναι αλήθεια ότι ο λαμπτήρας άλλαξε τη ζωή των ανθρώπων, άλλαξε τις κοινωνίες, άλλαξε την παραγωγή. Είναι επίσης αλήθεια ότι μέσω του λαμπτήρα, ο πολιτισμός απέκτησε όνομα. Μέσω του λαμπτήρα η ημέρα απέκτησε νέες διαστάσεις, υπερέβη το ορισμένο από την κίνηση του ήλιου.
 Η αλήθεια αυτή όμως, καταγράφει απλά και μόνο τη διαδικασία του οράν, ανάγεται στην κοινωνία του γίγνεσθαι και αγνοεί ακόμη λεπτοφυείς αξίες όπως ιστορία, φιλοσοφία, οικολογία, αρχιτεκτονική, ηθική, ή ακόμη στην αναζήτηση των αιτιών τη μεταφυσική, τα μαθηματικά, τη γεωμετρία και τη φυσική.

Στη διάρκεια όμως της τελευταίας εικοσαετίας, εμφανίστηκαν σε διάφορα μέρη του κόσμου τα πρώτα εξειδικευμένα στο τομέα του φωτισμού Πανεπιστήμια, κάνοντας αρχή από τις ΗΠΑ, μέσω των οποίων άρχισε σταδιακά να αναδύεται η άλλη πτυχή του φωτισμού που υπερβαίνει τα όρια του απλά οράν, ενώ παράλληλα πρόβαλλαν τις προαναφερθείσες αξίες.             

Ένα μνημείο, ένα έργο τέχνης της αρχιτεκτονικής, της γλυπτικής ή της ζωγραφικής, ένα οποιοδήποτε έργο των εφαρμοσμένων τεχνών που καταγράφηκε στην ιστορία και που συνεχίζει να καταγράφεται, συμβαίνει γιατί στην ουσία αναγνωρίζεται στη συνείδηση των ανθρώπων.

Το φιλοσοφικό ερώτημα που τίθεται είναι εάν ο αντιληπτός κόσμος που μας περιβάλλει και η σχέση μαζί του, είναι η κατάσταση που δημιουργεί και καλλιεργεί τη συνείδηση στους ανθρώπους ή στη πραγματικότητα συμβαίνει το αντίστροφο, δηλαδή αν αμφίπλευρα το αναγνώσιμο και μη από τις αισθήσεις μας υλικό και άϋλο λεπτοφυές πεδίο, είναι προβολή της συνείδησης.  

Γεγονός είναι ότι ο άνθρωπος σέβεται αυτό που αναγνωρίζεται στη συνείδησή του και αναγνωρίζεται στο βαθμό που προβάλλεται κατάλληλα στο γνωστικό του πεδίο, ανεξάρτητα από την όποια εγγενή φυσική του καλλιέργεια.

Ο φωτισμός λοιπόν λειτουργεί ως εφαλτήριο στην ανάδυση στη συνείδηση, του ήδη γνωστού. Απλά υπενθυμίζει το ενυπάρχον ήδη γνωστό, στη συνειδητότητα.
   

Η σχέση που περιγράφτηκε προηγουμένως μεταξύ φωτισμού και ανθρώπου, η οποία κατ` αρχή περιορίζεται στη κατάσταση του βλέπω, όπως και εκείνη της δεύτερης περιόδου που σχετίζεται με τη πιο εξειδικευμένη πανεπιστημιακή γνώση, στην ουσία εξιστορούν τη συνδυαστική σχέση κοινωνία- παραγωγή, δηλαδή μια διαδικασία παραγωγής φωτιστικών σωμάτων, που σχετίζεται με την Ελληνική κοινωνία και αντίληψη περί φωτισμού.

Ιστορικά λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε, ότι τα πρώτα φωτιστικά σώματα που παράχθηκαν στον Ελλαδικό χώρο, ήταν χαμηλού ποιοτικού και αισθητικού περιεχομένου. Η παραγωγική προσπάθεια που καταβλήθηκε ήταν προσανατολισμένη να καλύψει ανάγκες του βλέπω, που σχετίζονταν με τις απαιτήσεις κυρίως της οικοδομής (φωτισμός εισόδων, μπαλκονιών εξωτερικών περασμάτων κ.λ.π.), των οικιστικών εσωτερικών χώρων (κουζίνες, υπνοδωμάτια, χώροι διέλευσης κ.λ.π.) και της βιομηχανίας με διάφορα φωτιστικά σώματα φθορίου κυρίως.

Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι την ίδια περίοδο, τριάντα με σαράντα χρόνια πριν, ακόμη και η παραγωγή των ενασχολούμενων με το είδος ευρωπαϊκών χωρών, βρισκόταν σε αντίστοιχο σχεδόν σπαργανώδες επίπεδο αναζήτησης, όσον αφορά στα είδη φωτισμού. Αντίθετα, σε επίπεδο αισθητικής και ποιότητας βρίσκονταν ήδη σε πολύ πιο προχωρημένα στάδια σε σχέση με την ελληνική παράγωγή.

Ευρωπαϊκές βιομηχανικές χώρες, όπως η Ιταλία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Αγγλία, και η Σουηδία, κυρίως όμως οι δύο πρώτες, βασισμένες στην ιστορία τους, την παράδοση στην οικογενειακή και βιοτεχνική παραγωγή, προχώρησαν στην έρευνα και παρήγαγαν σταδιακά προϊόντα υψηλής αισθητικής και τεχνολογίας. Πολύ σύντομα από βιοτεχνίες, εξελίχθηκαν σε βιομηχανίες παγκόσμιου βεληνεκούς.  

Στη συνέχεια διάφορες άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως η Ολλανδία, η Ισπανία, το Βέλγιο και η Ελβετία, μπήκαν στην ίδια διαδικασία ερευνητικής επιστημονικής παραγωγής φωτιστικών σωμάτων.

Η έρευνα κατ` αρχή συντελείτο στα πλέον ανεπτυγμένα εργοστάσια, ενώ τα εξειδικευμένα στο φωτισμό πανεπιστήμια στον Ευρωπαϊκό χώρο, άρχισαν σιγά σιγά να ξεπηδούν το ένα μετά το άλλο, με πρώτη εμφάνιση στην Αγγλία, στη συνέχεια στη Γερμανία, στη Σουηδία, στην Ιταλία κ.λ.π.

Η τάση ήταν πλέον σαφής για όλη την Ευρώπη, εκτός της Ελλάδας. Στη χώρα μας η υπόθεση έρευνα περιορίστηκε στη κατασκοπευτική έρευνα, με απώτερο σκοπό δυστυχώς την αντιγραφή.

Η υπόθεση φωτισμός, ακόμη και σήμερα, αντιμετωπίζεται με μοναδικό κριτήριο τη τιμή αγοράς προϊόντος. Η προσφορά στην Ελληνική αγορά από Έλληνες παραγωγούς, είναι κυρίως τιμολογιακού χαρακτήρα και όχι ποιοτικού.

Τα βάρη των επιλογών δεν μπορούν βέβαια να επιρριφθούν στον ιδιώτη κατασκευαστή. Η βιομηχανία στην Ελλάδα ή ακόμη η βιοτεχνία, δεν μπόρεσε ν` ανθίσει, όχι διότι έλλειψε ποτέ η κατασκευαστική ικανότητα του Έλληνα, αλλά διότι δεν καλλιεργήθηκε ποτέ η παιδεία του φωτισμού σε επίπεδο επιστημών, όπως θα όφειλε, από τους εκάστοτε υπεύθυνους της πολιτείας.

Δεν κατανοήθηκε ποτέ ότι, η παραγωγή είναι συνυφασμένη με την Πανεπιστημιακή παιδία, γεγονός το οποίο εξακολουθεί να υφίσταται ακόμη και σήμερα.

Έτσι, με την πάροδο του χρόνου και ενώ μπορέσαμε σαν χώρα να είμαστε ανταγωνιστικοί για κάποια περίοδο σε διεθνές επίπεδο με εξαγωγές φωτιστικών σωμάτων, στη συνέχεια που ο φωτισμός έλαβε τις σωστές του διαστάσεις και ανάχθηκε σε επιστήμη, η παραγωγή όπως και οι εξαγωγές, πήραν την κατιούσα.                         

Αντίθετα ως προς τις εξαγωγικές μας αδυναμίες σαν χώρα, οι εισαγωγές στον τομέα των φωτιστικών σωμάτων διαρκώς διογκώνεται.

Το ερώτημα που τίθεται είναι πως στο βαθμό που δεν υπάρχει η παιδεία εκ μέρους της πολιτείας, σε αναντιστοιχία παρουσιάζεται μια διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση σε φωτιστικά σώματα σύγχρονης τεχνολογίας.

Το βέβαιο είναι ότι η πληροφόρηση δεν μπορεί να περιορίζεται στη σημερινή εποχή της τεχνολογίας. Το κοινό φαίνεται να ανταποκρίνεται όλο και περισσότερο απέναντι στις απαιτήσεις του χώρου, αναζητώντας διαρκώς μεγαλύτερη εκπλήρωση των αναγκών των εσωτερικών τους αιτημάτων.

Η ευαισθησία υπάρχει. Αυτό που λείπει είναι η γνώση.

Ο φωτισμός ως ιδιαίτερη τέχνη, έχει τις ρίζες του στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Στους χώρους αυτούς γίνεται κατανοητό για πρώτη φορά ότι τα συναισθήματα, οι σκέψεις, οι αδυναμίες, αλλά ακόμη οι καιρικές συνθήκες, το χρώμα ή τα χονδροειδή στοιχεία του χώρου μπορούν να περιγραφούν μέσω του φωτός.

Ο φωτισμός από απλή εμπειρία μεταβιβάζεται στη σφαίρα της επιστήμης.

Το φως ως τρισδιάστατος όγκος τουλάχιστον, συντίθεται διαρκώς , συνεργαζόμενο με τον τρισδιάστατο χώρο, την όντως ούσα ουσία  κατά τον Πλάτωνα, του απτού. Σχετίζεται με τη ιστορία, την ψυχολογία, την αισθητική, την φιλοσοφία, είναι χρόνος, γεωμετρία, φυσική, μαθηματικά, είναι οικολογία και έχει ηθική υπόσταση.

Το φως δεν αναδεικνύει απλά το εμφανές. Είναι ένα συνθετικό λειτουργικό αντικείμενο. Η σύνθεση μέσω του φωτός αποκτά διαστάσεις που άπτονται, πλέον του χώρου, του χρόνου. Η σύνθεση είναι κάθε φορά τουλάχιστον χωροχρονική.

Το φως ως λεπτοφυής ενέργεια συνεργάζεται επίσης με τα μη απτά στοιχεία του παρατηρήσιμου, τα οποία καλείται να αναδείξει συνθετικά.     

Είναι απαραίτητο κατ` αρχή να προσδιορίσουμε την έννοια της ηθικής.

Η έννοια της ηθικής γενικώς προσδιορίζεται από δύο χαρακτηριστικά, τα οποία την υποδιαιρούν σε δύο ανάλογες καταστάσεις.

Τη μία ηθική κατάσταση θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε νομοτελειακή και άρα απρόσβλητη από τον χωροχρόνο και αμετάβλητη, ενώ την άλλη θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε μεταβλητή, καθώς επηρεάζεται από την όποια τρέχουσα κοινωνική κατάσταση, τα ήθη κι έθιμα των λαών.

Οι όροι νομοτελειακή και μεταβλητή αποτελούν τα χαρακτηριστικά της έννοιας ηθική.

Οι όροι αυτοί έχουν ισχύ στο βαθμό που ο φωτισμός αντιμετωπίζεται με ανάλογα κριτήρια.

Αυτό σημαίνει ότι εκ προοιμίου στη μελέτη φωτισμού λαμβάνεται κατ` αρχή υπ` όψη μια τριαδική σχέση, που άπτεται του Υποκείμενου, του Αντικείμενου και του ενεργειακού πεδίου που παρεμβάλλεται μεταξύ των δύο πρώτων, ενώ παράλληλα τα καθιστά πολυδιάστατα επικοινωνιακά.

Μια τέτοια σχέση με το φωτισμό μπορεί να αποκαλεστεί Ηθική. Μια τέτοια σχέση μπορεί να αποκαλεστεί διαχρονική, νομοτελειακή, ενώ σε μια τέτοια σχέση γνωρίζει κανείς τι και γιατί φωτίζει.

Στα πλαίσια αυτά υπεισέρχεται και η έννοια της φωτορύπανσης.

Στον αρχικό αυτό όρο, εμπεριέχονται υποέννοιες, όπως :
·        Θερμοκρασία
·        Ενεργειακή σπατάλη
·        Ανταγωνισμός
·        Εγωισμός του ανθρώπου απέναντι στη φύση
·        Κ.λ.π.

Η εξέλιξη της τεχνολογίας μας παρέχει σήμερα τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουμε το ζήτημα της ποσότητας στη χρήση των φωτιστικών σωμάτων με διαφορετικό τρόπο και φειδώ.

Σημαντική προϋπόθεση για την επίτευξη του στόχου αυτού, είναι η ύπαρξη ουσιαστικής μελέτης φωτισμού η οποία να εμπεριέχει ιδέα, με αρχή μέση και τέλος, καθώς επίσης να εκπορεύεται από τη θέση της νομοτελειακής ηθικής.

Το εάν και γιατί φωτίζεται ένα δέντρο, το εάν και γιατί φωτίζω ανάστροφα, για παράδειγμα, είναι ζήτημα τύπου ηθικής, όπως  προαναφέρθηκαν, που με οδηγεί στη βαθύτερη αναζήτηση του αντικειμένου, στην έρευνα και τη γνώση.    

Στην οικονομία της κατανάλωσης συμβάλλουν πλέον και οι νέοι λαμπτήρες που έχουν παραχθεί, καθώς επίσης τα κατασκευαστικά στοιχεία του φωτιστικού σώματος, τα κάτοπτρα κ.λ.π.

Ο σωστός και μελετημένος συνδυασμός μεταξύ όλων αυτών των παραγόντων, είναι αυτός που αποκαλείται οικολογικός φωτισμός.

Όσον αφορά στην νομοθεσία περί τον φωτισμό, εκτός των μηχανολογικού τύπου αρχών, όπως LUX, LUMEN κ.λ.π., δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο στην Ελλάδα, σε αναντιστοιχία με διάφορες άλλες χώρες της Ευρώπης.


Ο φωτισμός σήμερα απαιτεί πολύ εξειδικευμένη και συνδυαστική γνώση, που άπτεται αφ` ενός μεν της τεχνολογίας και τεχνογνωσίας, καθώς επίσης διαφόρων θεωρητικών επιστημών.

Πολύ συχνά εξ` αιτίας των απαιτήσεων φωτισμού ενός χώρου ή αντικειμένου, προς εξυπηρέτηση της αρχικής ιδέας, είναι απαραίτητο να προσφύγουμε σε νέες σχεδιαστικές προτάσεις φωτιστικών σωμάτων και παραγωγής αυτών, αφού τα ήδη  υπάρχοντα σε διεθνές επίπεδο, δεν μπορούν ν` ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του μελετητή.

Κατ` αυτόν τον τρόπο, αναδεικνύεται η ουσιαστική σχέση επιστήμης και παραγωγής, η οποία είναι σε θέση να υπερβεί το καθεστώς της πενιχρής αντιγραφής. Επίσης είναι η λύση για την προαγωγή της Ελληνικής παραγωγής, της επανακίνησης του Ελληνικού  μηχανουργείου, της Ελληνικής βιοτεχνίας, της Ελληνικής βιομηχανίας.

Είναι λοιπόν βέβαιο ότι η παρακμή του Ελληνικού φωτιστικού, η παραγωγή του οποίου βασίστηκε στην ανειδίκευτη λογική της αντιγραφής, του χαμηλού κόστους, των ανύπαρκτων επενδύσεων στη βιομηχανία ή στα ζητήματα των δασμών, θα κυριαρχούσε μακροπρόθεσμα στην ελληνική αγορά.

Όσο περνούσαν τα χρόνια χωρίς έρευνα, εξέλιξη και νεωτερισμό, ήταν βέβαιο ότι η ελληνική παραγωγή θα κατέρρεε.

Στην εποχή λοιπόν της παγκοσμιοποίησης και των υπέρμετρων οικονομικών συγκεντροποιήσεων, προβάλλεται ως υπέρτατη ανάγκη, η δημιουργία εξειδικευμένων τομέων Βιομηχανικού Σχεδιασμού με πανεπιστημιακό ερευνητικό υπόβαθρο, ως η μόνη σωτηρία της ελληνικής παραγωγής και οικονομίας.

Η εξειδικευμένη γνώση που μπορεί να συσχετιστεί με την παραγωγή, είναι η μόνη διέξοδος στο τέλμα που έχει δημιουργηθεί  στην ελληνική παραγωγή και οικονομία.
Σπύρος Κοντόπουλος            

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

soulouposeto

Share

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites